Στο «Επί των ποταμών Βαβυλώνος» ο ποιητής πλάθει την έννοια της εξορίας – προσωπικής, συλλογικής, αλλά και θεολογικής.
Εμπνευσμένος από τον αρχαίο Εβραϊκό θρήνο των Ψαλμών της Παλαιάς Διαθήκης, ο ποιητής μας μεταφέρει σε ένα σύγχρονο, δυστοπικό τοπίο, όπου η Βαβυλώνα γίνεται σύμβολο της σημερινής παρακμής, της αποξένωσης από τις ρίζες, αλλά και της ανθρώπινης αλλοτρίωσης.
Τα ποιήματα αντηχούν σαν ένα πένθιμο τραγούδι για την σύγχρονη εποχή, που πλέκεται αδιάκοπα με τις μνήμες της κυπριακής τραγωδίας του 1974, πενήντα χρόνια μετά, αποτυπώνοντας τον αβάσταχτο πόνο της απώλειας και την αίσθηση ενός κατακερματισμένου Σήμερα, τόσο στο Κυπριακό, όσο και στο Παγκόσμιο επίπεδο. Οι εικόνες της εξορίας διασταυρώνονται με τη σύγχρονη πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, σε ένα ποιητικό σύμπαν όπου το προσωπικό συνδέεται αδιάσπαστα με το συλλογικό.
Ωστόσο, παρά την αίσθηση της ασφυκτικά αναπόδραστης εξορίας, ο ποιητής δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια.
Ο Χρονίδης αντλεί από τις τραυματικές μνήμες της ιστορίας για να υφάνει μια σύγχρονη «Ωδή στη μνήμη», όπου το ανθρώπινο τραύμα γίνεται πηγή δύναμης. Σε έναν κόσμο γεμάτο ρωγμές, η ποίηση του λειτουργεί ως αντίδοτο στη σιωπή, καλώντας τον αναγνώστη να αναμετρηθεί με τις προσωπικές και συλλογικές του εξορίες και να αναζητήσει νόημα ακόμα και μέσα από τα ερείπια της αποξένωσης και της απώλειας.
ISBN: 978 9925 622 06 1
Γλώσσα Βιβλίου: Ελληνικά
Τόπος έκδοσης: Λάρνακα
Έτος έκδοσης: 2024
Αριθμός Έκδοσης: 1
Δέσιμο: Βιβλιοδεσία
Θέμα: Ποίηση
Είναι εξαντλημένο ή κυκλοφορεί: Κυκλοφορεί
Τιμή Αγοράς: €13.00
Αριθμός Σελίδων: 114
Διαστάσεις: 14.85εκΧ21εκ
Περιεχόμενα:
Χαρούμενη επανάσταση στον Χριστιανόπουλο 15
Ψαλμός 16
Αν 18
Αγγειοπλαστική για Ηλίθιους 20
Knock Knock 22
«Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο» 23
Απόψε 25
Πενταδάκτυλες καλοκαιρινές νύχτες 27
Εισβολή 28
Letting go 30
Ψυχοθεραπεία 30
Η κλήσης σας προωθείται 31
Ελαφρώς αντικαπιταλιστικό (όσο πατάει η γάτα) 31
Είναι δύσκολο να πιστέψω πως 32
Καπιταλιστική αγάπη ή Το κλείσιμο του Κεφαλαίου 32
Σεπτέμβρης 2020 33
Ημικατεχόμενο φεγγάρι 35
Μεγάλη Παρασκευή 37
READ MOREΈνα ποίημα αγάπης στην (τότε αγέννητη) ανιψούλα μου 38
Ξένες γλώσσες 39
«Ο έρωτας είναι τυφλός» 40
Ο παππούς και το εγγονάκι 41
«Το ψευδοκράτος σας - η μισή μας πατρίδα» 43
Η τέλεια εποχή 46
Ο καιόμενος 49
Καταγγελία θανάτου 52
Μαχαλεπί Λιβανέζικο 55
Ιδιωτικά 57
Ημισέληνος 58
«Το περιπολικό δεν είναι ταξί» 59
Παγανιστική προσευχή 60
Γυμνή Αλήθεια 61
Ο Λύκος 63
Ελαφρώς αντικοινωνικό 65
Black - Out στο Κίεβο 67
Το Μαντάτον (εν μέσω πανδημίας) 69
ΜΑΧΑΙΡΑΝ έδωσες; 71
Τα μμάθκια σου, τα σιείλη σου 72
Παραντζελιά στετές 74
Επιτύμβιο 75
Do you believe in magic? 76
Εγέρασές μου 78
Love you, κόρη 80
Ρομαντικό δράμα (σύγχρονης) εποχής 82
Μνήμη Σεφέρη 85
Σωτηρία 86
Παραμονή Πρωτοχρονιάς 2024 88
Παγκόσμια ημέρα Ελληνικής γλώσσας 90
Βασιλιάς Καρνάβαλος 91
Γελοιοποίηση 93
Απορρίπτω τα πάντα 95
Τέλη φθινοπώρου 97
Λυπητερό τραγούδι 99
Βγάλε λίγο τη μάσκα 101
Ο Καλός Λόος 103
Νεότητα 105
Κερκόπορτα 107
Χαρταετοί 109
Ημέρα ποίησης 111
COLLAPSE
Φράγκος Γιώργος on Φιλελεύθερος wrote:Αλέξανδρος Χρονίδης: «Επί των ποταμών Βαβυλώνος»
Ο ποιητής έδωσε μία συλλογή καθρέπτη της ζωής του, αλλά και κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του ανθρώπου της εποχής τουε πολλά από τα ποιήματά του ο συγγραφέας μιλάει για τον κόσμο που υποφέρει δες τα ποιήματα «Γάζα», «Μαχαλεπί Λιβανέζικο», κ.ά.
Απόστολος Κουρουπάκης
Απόστολος Κουρουπάκης15 ΙΟΥΛΙΟΥ 2025 - 17:40
Share this page:
Αλέξανδρος Χρονίδης
«Επί των ποταμών Βαβυλώνος»
εκδ. Αλμύρα, 2024, σελ. 114Ο Αλέξανδρος Χρονίδης (γεν. 1994) είναι ένας από τους νέους ποιητές της Κύπρου και στην πρώτη του ποιητική συλλογή καταθέτει μία πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση. Ήδη ο τίτλος της συλλογής «Επί των ποταμών Βαβυλώνος» δείχνει τον δρόμο που θα ακολουθήσει ο Χρονίδης, αυτόν της αναζήτησης του ανθρώπου και των ανθρώπινων πράξεων, σε έναν κόσμο που αλλάζει και μοιάζει ο προηγούμενος μακρινός και μάλλον εκζητούμενος.
Στα 59 ποιήματα της συλλογής, γραμμένα στην κοινή ελληνική, στην κυπριακή ελληνική, και με τίτλους στα αγγλικά και τα οποία παρουσιάζονται σε διάφορες φόρμες, ο Αλέξανδρος Χρονίδης αναφέρει τόπους και ανθρώπους, τους παρατηρεί και πλέκει μια ιστορία, ποιητικώ τω τρόπω, και παρουσιάζει πτυχές πικρές της ιστορίας τους, αλλά και της ζώσας από τον Χρονίδη πραγματικότητα, χαρακτηριστικό το ποίημα «Το μαντάτον (εν μέσω πανδημίας) σελ. 69. Στα ποιήματα της συλλογής ο Χρονίδης βάζει τον αναγνώστη με επιδέξιο τρόπο στη θέση του εξόριστου, του απαχθέντα, εκείνου που πάσχει και πασχίζει… και του δίνει, μέσω των δικών του πολλές φορές, τη δυνατότητα να δει και τον εαυτό του, ίσως.
Σε πολλά από τα ποιήματά του ο συγγραφέας μιλάει για τον κόσμο που υποφέρει δες τα ποιήματα «Γάζα», «Μαχαλεπί Λιβανέζικο», «Black - Out στο Κίεβο» και φυσικά για τον γενέθλιο τόπο, την Κύπρο, «Πενταδάκτυλες καλοκαιρινές νύχτες», «Το ψευδοκράτος σας - η μισή μας παρίδα», κ.ά. με τρόπο πολύ ιδιαίτερο και ενδιαφέροντα. Ο Αλέξανδρος Χρονίδης έδωσε μία συλλογή καθρέπτη της ζωής του, αλλά και κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του ανθρώπου της εποχής του.
Αλέξανδρος Χρονίδης, «Επί των ποταμών Βαβυλώνος», εκδόσεις Αλμύρα, 2024.
Ο Αλέξανδρος Χρονίδης είναι ένας νέος ποιητής, με ευπρόσωπα διαπιστευτήρια από καιρό δημοσιευμένα σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά του τόπου. Η συλλογή «Επί των ποταμών Βαβυλώνος» είναι το πρώτο του ποιητικό βιβλίο και διακρίνεται για την προσωπική αύρα και το προσωπικό ύφος του δημιουργού της. Αυτό δεν είναι και μικρή αισθητική κατάκτηση.
Η ειρωνεία, ο σαρκασμός μα και ο αυτοσαρκασμός είναι στοιχεία διάσπαρτα σε όλο το βιβλίο. Δεν αποτελούν απλώς καρύκευμα στην ποίησή του, αλλά δεσπόζον εκφραστικό μέσο. Ο Α.Χ. επιστρατεύει την ειρωνεία κι όταν πραγματεύεται την αντικατοχική θεματική. Έχω την εντύπωση πως με πλάγιο τρόπο μειδιά με πομπώδεις ποιητές, αλλά, ενδεχομένως, και με εξίσου πομπώδεις πολιτευτές. Ενδεικτικά αναφέρω τα ποιήματα «Πενταδάκτυλες καλοκαιρινές νύχτες», (σελ. 27) «Εισβολή», (σελ. 28) και «Ημικατεχόμενο φεγγάρι». (σελ. 35)
Το μακροσκελές «Το ψευδοκράτος σας – η μισή μας πατρίδα», (σελ. 43-45) ένα καυστικό παίγνιο με το πρόθεμα «ψευδό», αποτελεί διακωμώδηση, διασυρμό και διαπόμπευση του politically correct δημόσιου λόγου των ταγών. Στην ουσία, είναι ένα ράπισμα στην καπηλεία του άλυτου Κυπριακού.
Βέβαια, η έφεση του Α.Χ. στο σαρκασμό και την ειρωνεία δεν εξαντλείται μόνο σε μία θεματική, αλλά εκτείνεται σε όλες. Ιδού δύο παραδείγματα από ευσύνοπτα ποιήματά του. Στο πρώτο, που τιτλοφορεί «Ψυχοθεραπεία», λέει: «Σκοτώσατε ό,τι αγαπήσατε. / Σκοτώσατε ό,τι αγαπήσατε. / Διαπίστωσις ή διαταγή, / Γιατρέ μου;». (σελ. 30) Στο δεύτερο, διακρίνεται και μια παιγνιώδης διάθεση. Τίτλος: «Η κλήση σας προωθείται». Το ποίημα: «Έχετε συνδεθεί / Με το προσωπικό φωνοκιβώτιο / Του Δημιουργού που καλέσατε. / Παρακαλώ αφήστε το μήνυμά σας μετά τον χαρακτηριστικό στίχο». (σελ. 31)
Γενικά, οι συνειρμοί, οι παραλληλισμοί του Α.Χ. είναι ευφάνταστοι, δημιουργικοί, κάποτε αναπάντεχοι, αλλά και αρμονικοί: «Μόνο που έρχομαι από τη Λευκωσία. / Μισό φεγγάρι / Από μισή πόλη / Μισό αιώνα τώρα / Βλέπουμε». (σελ. 36)
Ιδιαιτέρως συγκινητικό βρήκα το «Ένα ποίημα αγάπης στην (τότε αγέννητη) ανιψούλα μου» (σελ. 38) όπου ο Α.Χ. απευθύνεται στην ανιψούλα του, αλλά στην ουσία συνομιλεί με την εκδημήσασα μητέρα του, γνωστή και αξιόλογη πεζογράφο, Μυρτώ Αζίνα Χρονίδη. Γενικά, ο θάνατος της μητέρας του ποιητή το 2021 διαπερνά σαν βαθύγκριζος ίσκιος αρκετά ποιήματα στη συλλογή. Όμως, όχι σε σπαραξικάρδιους τόνους, αλλά αξιοπρεπώς λυπητερούς και με επαρκή αισθητική μετάπλαση. Αυτό συμβαίνει π.χ. στα ποιήματα «Βγάλε λίγο τη μάσκα» (σελ. 101) και «Ο Καλός Λόος». (σελ. 103)
Στην ποίηση του Α.Χ. υπάρχει ευρεία αυτοαναφορικότητα και ενδοσκόπηση. Αλλά η ανατρεπτική διάθεση δεν εκλείπει ποτέ: «Χθες είχα το βάρος χιλίων εαυτών / Αύριο θα ζυγίζω όσο κανένας». (σελ. 37)
Τα πλείστα ποιήματά του είναι μακροσκελείς συλλογισμοί, αλλά δεν έχουν επίπεδη ανάπτυξη. Διακρίνονται για τις κλίμακες και την κλιμάκωσή τους. Αναπτύσσονται βαθμηδόν, ενίοτε σωρηδόν, και εκρήγνυνται με γόμωση από συμπυκνωμένο και βαθύ νόημα. Συχνά δε οι κατακλείδες των ποιημάτων του είναι απρόσμενες, με άλλη πλεύση και νόημα από τα αρχικώς αναμενόμενα: «…Το περιπολικό δεν είναι ταξί… / …Το ταξί είναι κίτρινο δεν έχει φάρους / και στον τόπο ετούτο / Το γαλανόλευκο πάντα είχε τρόπο να μας χρεώνει / Τη μεγαλύτερη ταρίφα». (σελ. 59)
Ο ποιητής αρέσκεται να λοιδορεί και να οικτίρει τη συμβατική κανονικότητα, την καθεστηκυία τάξη των κοινωνικών πραγμάτων μα και των διαπροσωπικών και κοινωνικών σχέσεων: «Στου έγγαμου βίου τα πρώτα σκαλάκια / θα αγωνιούν για τα φακελάκια / Κι ύστερα όταν θα διαιωνίζουν το είδος / θα ‘ευφρανθεί η καρδιά’ της Πατρίδος». (σελ. 65 – 66)
Ο Α.Χ. ελκύεται από την αντισυμβατικότητα και δεν χάνει ευκαιρία να το διακηρύττει. Ιδού ένα παράδειγμα που συνάμα παραπέμπει σε διακείμενο με τον Μιχάλη Κατσαρό και το περίφημο ποίημα του «Αντισταθείτε». Να πως το λέει ο Α.Χ.: «Απορρίπτω το χρυσόμαλλο γήρας,… / …Απορρίπτω ένα σύστημα όπου ανθίζουν οι συστημένοι… / …Απορρίπτω την κραυγαλέα υποτακτικότητα του οπαδισμού… / …Απορρίπτω όσους συνηθίσαμε και απορρίπτω όσους αρνούνται να συνηθίσουν». (σελ. 96) Γενικά, υπάρχουν αρκετοί διακειμενικοί διάλογοι στο βιβλίο, με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, τον Τάκη Σινόπουλο, τον Γιώργο Σεφέρη, τον Διονύσιο Σολωμό, ίσως και άλλους που δεν εντόπισα.
Έχω όμως και κάποιες παρατηρήσεις για τον νέο ποιητή και το πρώτο του ποιητικό βιβλίο. Έχω την εντύπωση πως, σε κάποιες περιπτώσεις, παρασύρεται, είτε από τον συναισθηματικό του οίστρο, είτε από την εικονοπλαστική του δεινότητα με τους συναφείς συνειρμούς και οδηγείται σε διαβρωτικούς για το αισθητικό αποτέλεσμα πλατειασμούς. Πιστεύω ότι ειδικά σ’ αυτές τις περιπτώσεις, χρειάζεται μεγαλύτερη αυτοπειθαρχία με στόχο πάντα τη συμπύκνωση και την πυκνότητα του στίχου. Κάποτε ο στίχος μπορεί να αφήνεται να γίνεται ανοικονόμητος, πληθωρικός, ατίθασος, χειμαρρώδης, αλλά όχι πάντα ή τουλάχιστον όχι τόσο συχνά.
Θα ήθελα να ολοκληρώσω αυτή την παρουσίαση με το τελευταίο ποίημα της συλλογής. Εδώ ο Α.Χ. λειτουργεί ως ποιητής – κοινωνιστής, ως ποιητής – οραματιστής. Βιώνει έντονα την ανάγκη για απόδοση δικαιοσύνης ή μάλλον καλύτερα ταλανίζεται από την απουσία της. Το ανεκπλήρωτο της χίμαιρας για δίκαιο κόσμο τον συγκινεί και τον εμπνέει: «Δεν μπορεί να προσποιούμαστε συνέχεια / Πως στο αχανές σκοτάδι του κόσμου τούτου / Έγινε σωστή μοιρασιά. / Δεν μπορεί να κολυμπά ο ένας στο έρεβος / Και δυο δρόμους παρακάτω, άλλου να μην του βρίσκεται ούτε / ένα ψίχουλο σκοτάδι, / Για ώρα ανάγκης… / …Κι αλλού να νυχτώνει από τις τέσσερις / Κι αλλού στις δέκα…». (σελ. 111) Αυτό το ποίημα, από μόνο του, είναι τεκμήριο ότι ο Α.Χ. βρίσκεται σε καλό δρόμο.


